«…Εγώ κάνω με το βιολί το κλάμα του άλλου, το παράπονο, το τι συνέβη στη ζωή του, μέσα από την καρδιά του…»…

O Γιώργος Κόρος, έφυγε στις 8 Ιανουαρίου του ολοκαίνουργου 2014. 

Ήταν ένας από τους σπουδαιότερος εκφραστές της ελληνικής μουσικής παράδοσης στο βιολί. 

«Ο δάσκαλος όλων» λένε οι μουσικοί, «Κόρος δε θα ξαναβγεί» διακηρύσσουν απολυτοί όσοι τον ακολουθουσών χρόνια, «Εγώ στο είδος μου και ο Κόρος στο δικό του» παραδεχόταν ο μέγας Λεωνίδας Καβάκος. 



Όπως και να χει έκοβε με τις δοξαριές του το συναίσθημα του κοινού του σα να ταν βούτυρο, υλικό πράγμα, χειροπιαστό.  

Γεννήθηκε το 1923 στους Ανδρωνιάνους Εύβοιας και κουβαλούσε πάντα το νησί του, στις εικόνες της τέχνης του.  

Ο πατέρας του, Νικόλαος, ήταν ιεροψάλτης και τον μεγάλωσε μέσα στις εκκλησιές, στις μεγάλες λειτουργείς, με Βυζαντινές μελωδίες. 

Σε ηλικία, μόλις, 12 ετών έπαιξε για πρώτη φορά σε πανηγύρι αλλά από το 1947 που ανέβηκε για πρώτη φορά στο πάλκο, έδωσε ήχο παράδοσης, συνεχεία στο πριν και στο μετά, σε πολλά ονόματα του ελληνικού τραγουδιού, όπως στον κεφαλαιώδη τραγουδιστή του δημοτικού τραγουδιού Γιώργο Παπασιδέρη, στην θρυλική Ρόζα Εσκενάζυ, στην αυθεντική Ρίτα Αμπατζή, στον Μήτσο Αραπάκη, στον ιερό Στέλιο Καζαντζίδη, στην βελούδινα βασανισμένη φωνή της Καίτης Γκρέι, στην όλο βάθος Γιώτα Λύδια, στον μοναδικό Πάνο Γαβαλά, στον αξεπέραστο Μανώλη Αγγελόπουλο, στην θεϊκή Χάρις Αλεξίου, στον περίτεχνο Γιώργο Νταλάρα, στην ιδιαίτερη Γλυκερία, στην φωνάρα την όλο στεναγμό της Ελένης Βιτάλη, στον Δημήτρη Ζάχο, στον Αλέκο Κιτσάκη, στην Σοφία Κολλητήρη, στο Στάθη Κάβουρα, στην Τασία Βέρρα, στον λατρεμένο Μάκη Χριστοδουλόπουλο, στην Σοφία Εμφιετζή...

Έγραψε 1200 τραγούδια, τιμήθηκε με πολλούς χρυσούς και πλατινένιους δίσκους, έκανε οικογένεια με την Ασημίνα του, απέκτησε δύο παιδιά, τον Νικόλαο και την Κατερίνα Κόρου, επίσης λαϊκή τραγουδίστρια και συνθέτρια.

Εκτιμήθηκε πολύ για την τέχνη και τη ψυχή που πάνω της την έχτισε. 

Για το ταλέντο του και την μουσικότητα του εκτιμήθηκε και από όλους τους μουσικούς, ακόμα και από τους κλασικούς σολίστες. Κάποτε προσπάθησε να περιγράψει τι είναι το τάξιμο που έβγαινε απ τη ψυχή του. 

«Ε, αυτά τα πράγματα… τι να σου πω!» έψαχνε τις λεξεις, «το ταξίμι είναι μια μελωδία ελεύθερου ρυθμού! 

Μια φαντασία! 

Τώρα τι να πεις;… 

Έχει αλλαγές και χρώματα, αλλά αυτά έχουν απαιτήσεις αισθηματικές. 

Κάθε νότα, κάθε φράση, κάθε αλλαγή δρόμου πρέπει να έχει και το πάθος της, εκείνο το… αυτό;… πώς να το πω;… 

Είναι παθητική μουσική αυτή… 

Να παίζεις εσύ αλλά να βρίσκεις κι ανταπόκριση. Αν δεν καταλαβαίνουν αυτοί που ακούν απ’ αυτά τα πράγματα… άμα βλέπεις πνεύματα που δεν καταλαβαίνουν… κρυώνεις…»…

Μέχρι τέλους, οι άλλοι μουσικοί ήταν οι ταγμένοι του θαυμαστές, που δεν άφησαν ποτέ να ξεχαστεί η υψηλή του τέχνη. 

Ο ίδιος λέει, είχε παράπονο που δεν του είπαν ποτέ να εμφανιστεί στο Μέγαρο Μουσικής.  

Έφυγε λοιπόν, 91 ετών… και μειναν στην ορφάνια τα ταξίμια που μας παρηγόρησαν…